ευοσμία

η (ΑΜ εὐοσμία και εὐωσμία, Α και εὐοδμία) [εύοσμος]
καλή οσμή, ευωδία, άρωμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐοσμία — εὐοσμίᾱ , εὐοσμία fragrance fem nom/voc/acc dual εὐοσμίᾱ , εὐοσμία fragrance fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοσμίᾳ — εὐοσμίᾱͅ , εὐοσμία fragrance fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευοσμία — η ευχάριστη οσμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐοσμίας — εὐοσμίᾱς , εὐοσμία fragrance fem acc pl εὐοσμίᾱς , εὐοσμία fragrance fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοσμίαι — εὐοσμίᾱͅ , εὐοσμία fragrance fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοσμίαν — εὐοσμίᾱν , εὐοσμία fragrance fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐοσμίαις — εὐοσμία fragrance fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευοδμία — εὐοδμία, ἡ (Α) [εύοδμος] ευοσμία* …   Dictionary of Greek

  • ευοσμώδης — εὐοσμώδης, ες (Α) αυτός που έχει ευοσμία, ο εύοσμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < εύοσμος + ωδης (πρβλ. ακανθ ώδης, κυματ ώδης)] …   Dictionary of Greek

  • ευωδία — και ευωδιά, η (ΑΜ εὐωδία, Α και ιων. τ. εὐωδίη) [ευώδης] ευχάριστη οσμή, ευοσμία, άρωμα, μυρωδιά μσν. (για θεϊκή προσφορά) ευλογία, χάρη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.